Η κρίση στην Ευρωζώνη έχει αφήσει βαθιά σημάδια στον επιχειρηματικό κλάδο. Οι επιχειρήσεις που επλήγησαν περισσότερο είναι οι μικρομεσαίες και, ειδικότερα, αυτές στην ευρωπαϊκή “περιφέρεια”.
Σε ολόκληρη την Ευρωζώνη ο αριθμός τους μειώθηκε ραγδαία, με τις χρεοκοπίες να φτάνουν σε επίπεδα-ρεκόρ όπως αναφέρει σε έκθεσή της η Deutsche Bank, όμως η μεγαλύτερη “πληγή” που αφήνει η ευρωπαϊκή κρίση βρίσκεται στον ευρωπαϊκό Νότο και αφορά επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 έως 250 άτομα (η DB ακολουθώντας τον ορισμό της Κομισιόν προσδιορίζει ως “μικρές” της επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 έως 49 εργαζόμενους και έχουν ετήσιο τζίρο μικρότερο των 10 εκατ. ευρώ, ενώ ως μεσαίες εκείνες που απασχολούν από 50 έως 249 εργαζόμενους και εμφανίζουν ετήσιο τζίρο μικρότερο των 50 εκατ. ευρώ).
Στην αρχή της κρίσης η απότομη μείωση του αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (SMEs) προκλήθηκε από την ραγδαία υποχώρηση της καταναλωτικής ζήτησης. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό στην Ιρλανδία και την Ισπανία, αλλά και στην Πορτογαλία και την Ιταλία. Καθώς η κρίση εξελισσόταν, επιδεινωνόταν σταδιακά και η πρόσβαση των SMEs σε τραπεζική χρηματοδότηση. Έτσι, από το 2011 και μετά, καταγράφονται μεγάλες αποκλίσεις ως προς την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό τόσο μεταξύ χωρών (μεταξύ χωρών της “περιφέρειας” και αυτών του “πυρήνα” της Ευρωζώνης) όσο και μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών επιχειρήσεων (μεταξύ μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων).
Οι αναλυτές της Deutsche Bank σημειώνουν, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δυσκολία στο να συγκεντρωθούν και να αναλυθούν τα σχετικά στοιχεία ανά χώρα. Όπως εξηγούν, η Eurostat δημοσιεύει εναρμονισμένα στοιχεία, αλλά με καθυστέρηση. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο μόνο μέχρι το 2011. Ταυτόχρονα, υπάρχουν στοιχεία από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, όπως της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και το 2013.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως αναφέρει η έκθεση της DB, ούτε η Eurostat ούτε η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύουν συγκρίσιμες πληροφορίες για τον αριθμό των επιχειρήσεων και την δυναμική του χώρου.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η δομή της οικονομίας του ευρώ, η δομή της “πραγματικής” οικονομίας της Ευρωζώνης, καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Με στοιχεία του 2012, πάνω από το 60% της απασχόλησης στην Ε.Ε. προερχόταν από πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το ποσοστό αυτό αγγίζει το 80% στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Πορτογαλίας.
Επίσης, με στοιχεία του 2012, πάνω από το 50% της προστιθέμενης αξίας στην Ε.Ε. Στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας το ποσοστό αγγίζει το 70%.
Επικαλούμενη στοιχεία της Έρευνας SAFE της Κομισιόν, η Deutsche Bank αναφέρει ότι στις περισσότερες χώρες ως πιο πιεστικό πρόβλημα για αυτή την κατηγορία επιχειρήσεων εμφανίζεται η απόκτηση νέων πελατών (αφορά την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2013).
Η Ελλάδα ωστόσο ξεχωρίζει, καθώς ως σημαντικότερο πρόβλημα αναφέρεται η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, και μάλιστα σε όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στην Ελλάδα το 43% των μεσαίων επιχειρήσεων, το 53% των μικρών και το 59% των πολύ μικρών χαρακτηρίζουν την έλλειψη πρόσβασης σε χρηματοδότηση ως σοβαρό πρόβλημα.
Στο γενικότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ήταν οι “μεγάλοι χαμένοι” της ευρωπαϊκής κρίσης, σχολιάζει η Deutsche Bank. Υπογραμμίζει την ανάγκη βελτίωσης της πρόσβασής τους σε τραπεζικό δανεισμό, την υποβοήθηση ώστε να στραφούν σε εξαγωγές και να μειώσουν έτσι την εξάρτησή τους από την πορεία της εγχώριας οικονομίας, εκτιμά ωστόσο ότι στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας πρέπει να βρεθεί και το ζήτημα των δομικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι SMEs, σε επίπεδο νομικού πλαισίου και γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Σε ολόκληρη την Ευρωζώνη ο αριθμός τους μειώθηκε ραγδαία, με τις χρεοκοπίες να φτάνουν σε επίπεδα-ρεκόρ όπως αναφέρει σε έκθεσή της η Deutsche Bank, όμως η μεγαλύτερη “πληγή” που αφήνει η ευρωπαϊκή κρίση βρίσκεται στον ευρωπαϊκό Νότο και αφορά επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 έως 250 άτομα (η DB ακολουθώντας τον ορισμό της Κομισιόν προσδιορίζει ως “μικρές” της επιχειρήσεις που απασχολούν από 10 έως 49 εργαζόμενους και έχουν ετήσιο τζίρο μικρότερο των 10 εκατ. ευρώ, ενώ ως μεσαίες εκείνες που απασχολούν από 50 έως 249 εργαζόμενους και εμφανίζουν ετήσιο τζίρο μικρότερο των 50 εκατ. ευρώ).
Στην αρχή της κρίσης η απότομη μείωση του αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (SMEs) προκλήθηκε από την ραγδαία υποχώρηση της καταναλωτικής ζήτησης. Αυτό έγινε ιδιαίτερα ορατό στην Ιρλανδία και την Ισπανία, αλλά και στην Πορτογαλία και την Ιταλία. Καθώς η κρίση εξελισσόταν, επιδεινωνόταν σταδιακά και η πρόσβαση των SMEs σε τραπεζική χρηματοδότηση. Έτσι, από το 2011 και μετά, καταγράφονται μεγάλες αποκλίσεις ως προς την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό τόσο μεταξύ χωρών (μεταξύ χωρών της “περιφέρειας” και αυτών του “πυρήνα” της Ευρωζώνης) όσο και μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών επιχειρήσεων (μεταξύ μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων).
Οι αναλυτές της Deutsche Bank σημειώνουν, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δυσκολία στο να συγκεντρωθούν και να αναλυθούν τα σχετικά στοιχεία ανά χώρα. Όπως εξηγούν, η Eurostat δημοσιεύει εναρμονισμένα στοιχεία, αλλά με καθυστέρηση. Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο μόνο μέχρι το 2011. Ταυτόχρονα, υπάρχουν στοιχεία από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, όπως της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, τα οποία εκτείνονται μέχρι και το 2013.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως αναφέρει η έκθεση της DB, ούτε η Eurostat ούτε η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύουν συγκρίσιμες πληροφορίες για τον αριθμό των επιχειρήσεων και την δυναμική του χώρου.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η δομή της οικονομίας του ευρώ, η δομή της “πραγματικής” οικονομίας της Ευρωζώνης, καθιστά επιτακτική την ανάγκη να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Με στοιχεία του 2012, πάνω από το 60% της απασχόλησης στην Ε.Ε. προερχόταν από πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Το ποσοστό αυτό αγγίζει το 80% στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Πορτογαλίας.
Επίσης, με στοιχεία του 2012, πάνω από το 50% της προστιθέμενης αξίας στην Ε.Ε. Στις περιπτώσεις της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας το ποσοστό αγγίζει το 70%.
Επικαλούμενη στοιχεία της Έρευνας SAFE της Κομισιόν, η Deutsche Bank αναφέρει ότι στις περισσότερες χώρες ως πιο πιεστικό πρόβλημα για αυτή την κατηγορία επιχειρήσεων εμφανίζεται η απόκτηση νέων πελατών (αφορά την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2013).
Η Ελλάδα ωστόσο ξεχωρίζει, καθώς ως σημαντικότερο πρόβλημα αναφέρεται η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, και μάλιστα σε όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στην Ελλάδα το 43% των μεσαίων επιχειρήσεων, το 53% των μικρών και το 59% των πολύ μικρών χαρακτηρίζουν την έλλειψη πρόσβασης σε χρηματοδότηση ως σοβαρό πρόβλημα.
Στο γενικότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ήταν οι “μεγάλοι χαμένοι” της ευρωπαϊκής κρίσης, σχολιάζει η Deutsche Bank. Υπογραμμίζει την ανάγκη βελτίωσης της πρόσβασής τους σε τραπεζικό δανεισμό, την υποβοήθηση ώστε να στραφούν σε εξαγωγές και να μειώσουν έτσι την εξάρτησή τους από την πορεία της εγχώριας οικονομίας, εκτιμά ωστόσο ότι στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας πρέπει να βρεθεί και το ζήτημα των δομικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι SMEs, σε επίπεδο νομικού πλαισίου και γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Πηγή:www.capital.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου